Ο Μιχάλης βγήκε στο λιβάδι με την κόρη του, τη Μαρίνα.
Το λιβάδι ήταν γεμάτο πράσινα φυτά και μικρά λουλούδια.
Η Μαρίνα δεν μιλούσε παρά μόνο κοίταζε τα χρώματα και τα έντομα γύρω της.
Ο πατέρας ήθελε να μιλήσουν, αλλά εκείνη προτίμησε τη σιωπή.
Κάθισαν στο χορτάρι και άκουγαν τον άνεμο που περνούσε ανάμεσα στα φυτά.
Δεν χρειάζονταν λόγια, μόνο την ηρεμία και τη φύση γύρω τους.
Ξαφνικά, μια πεταλούδα πέρασε και κάθισε στο χέρι της Μαρίνας.
Η κόρη του χαμογέλασε με ήσυχη ευτυχία.
Ο Μιχάλης σκέφτηκε πόσο όμορφη μπορεί να είναι μια μέρα χωρίς λόγια, γεμάτη απλά συναισθήματα.
Δεν υπήρχε κάποια μεγάλη ιστορία ή πρόβλημα, απλά μια στιγμή με τη φύση και την ησυχία της.
Επέστρεψαν σπίτι χωρίς να πουν πολλά, αλλά με μια γλυκιά ηρεμία στην καρδιά.
Ήταν μια διαφορετική μέρα, μια μέρα σιωπής και μικρών χαρών.