Ο Αλέξανδρος δεν ήταν ποτέ οπαδός των μεγάλων οικογενειακών συγκεντρώσεων. Όμως αυτή τη φορά, κάτι τον έκανε να αποφασίσει να μείνει στο πατρικό σπίτι για τα Χριστούγεννα.
Η οικογένεια του είχε ετοιμάσει μια παράξενη ιδέα: όλοι έπρεπε να φέρουν ένα δώρο που δεν τους άρεσε ποτέ, και να το ανταλλάξουν χωρίς να αποκαλύψουν τι ήταν. Η ιδέα προκάλεσε γέλια και έκπληξη, αφού σταδιακά τα παράξενα δωράκια βρέθηκαν στα χέρια άλλων.
Καθώς ο Αλέξανδρος άνοιγε το δώρο που του είχε πάρει η μικρότερη αδερφή του, ανακάλυψε κάτι που ποτέ δεν περίμενε. Ήταν μια παλιά φωτογραφία των γονιών τους, από τα νεανικά τους χρόνια, τυλιγμένη μέσα σε ένα κουτί με ξεχασμένα αντικείμενα.
Η εικόνα αυτή ξύπνησε μια σειρά από αναμνήσεις και σκέψεις μέσα του. Η ατμόσφαιρα άλλαξε, γέμισε νοσταλγία και αλήθειες που κανείς δεν είχε συζητήσει μέχρι τότε. Οι γονείς άρχισαν να μοιράζονται ιστορίες για το πώς γνώρισαν ο ένας τον άλλον και τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν.
Ο Αλέξανδρος ένιωσε ξαφνικά πιο κοντά στην οικογένεια του, όχι λόγω των δώρων ή της γιορτής, αλλά λόγω αυτής της απρόσμενης σύνδεσης στο χρόνο και την ιστορία τους.
Η βραδιά έληξε με σκέψεις που δεν έπρεπε να ειπωθούν και με γέλια που φώτισαν τη σκοτεινή γωνία κάποιων παλιών μυστικών. Κανείς δεν ήξερε αν όλα είχαν λυθεί ή αν απλά είχαν ανοίξει μια πόρτα προς το άγνωστο.
Ο Αλέξανδρος έφυγε τη νύχτα, σκεπτικός. Κάποιες φορές, τα παράξενα δώρα κρύβουν τις πιο αληθινές ιστορίες.